Συγγραφέας: Εμμανουήλ Μουρτζάκης
Επίσημη Ουδετερότητα
Η Σουηδία αποτελεί μία από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις κρατών που ακολούθησαν πολιτική ουδετερότητας για μεγάλο χρονικό διάστημα, διαμορφώνοντας παράλληλα μια ιδιαίτερη διπλωματική και στρατιωτική στρατηγική. Από τις αρχές του 19ου αιώνα έως και τις αρχές του 21ου, η σουηδική εξωτερική και αμυντική πολιτική βασίστηκε στη θεμελιώδη αρχή της αποφυγής επίσημων συμμαχιών σε καιρό ειρήνης με στόχο τη διατήρηση της ουδετερότητας σε καιρό πολέμου. Ωστόσο, η ουδετερότητα αυτή δεν σήμαινε στρατιωτική αδυναμία ή αποστρατιωτικοποίηση· αντιθέτως, συνοδεύτηκε από μια εκτενή και τεχνολογικά προηγμένη αμυντική προετοιμασία καθώς και υψηλού κόστους επενδύσεις στην αμυντική τεχνολογία.

Ιστορικές περίοδοι
Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Σουηδία διατήρησε επίσημα την ουδετερότητά της, αν και οι οικονομικές και εμπορικές της σχέσεις με τις εμπόλεμες πλευρές δημιούργησαν εντάσεις εκατέρωθεν. Η κυβέρνηση προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και των Κεντρικών Δυνάμεων, προστατεύοντας τα εθνικά της συμφέροντα χωρίς να εμπλακεί στρατιωτικά. Η δοκιμασία της ουδετερότητας υπήρξε ακόμη μεγαλύτερη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η γεωγραφική εγγύτητα με τη ναζιστική Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση περιόρισε τα περιθώρια ελιγμών. Αν και η χώρα δεν εισήλθε στον πόλεμο, προχώρησε σε τουλάχιστον αμφιλεγόμενες παραχωρήσεις, όπως η διέλευση γερμανικών στρατευμάτων, η εκδίωξη εβραϊκών οικογενειών, η συμμετοχή στα στρατεύματα των Waffen SS[1] και ο εξαγωγικός έλεγχος στρατηγικών πρώτων υλών.
Η εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κατέδειξε ότι η ουδετερότητα απαιτούσε ισχυρή στρατιωτική αποτροπή, θέση που θα καθόριζε τη στρατηγική της χώρας τις επόμενες δεκαετίες. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, διατήρησε επισήμως στάση ουδετερότητας, ωστόσο στην πράξη εφάρμοσε μια ρεαλιστική και προσαρμοστική στρατηγική στα όρια σχεδόν της πολιτικής και διπλωματικής υποκρισίας[2]. Παρ’ ότι δεν εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ, διατηρούσε ανεπίσημες επαφές και συνεργασίες στον τομέα των πληροφοριών με δυτικές χώρες, ιδίως με τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία καθώς η σοβιετική απειλή ήταν συνεχής έντονη[3]. Η Στοκχόλμη αντιλαμβανόταν ότι η ασφάλεια της Σουηδίας εξαρτάτο σε μεγάλο βαθμό από την ισορροπία ισχύος στη Βαλτική και από τη δυνατότητά της να αποτρέψει μια μαζική σοβιετική εισβολή. Η αμυντική στρατηγική της περιόδου επικεντρώθηκε στη χωρική άμυνα (territorial defence[4]) και στην αποτροπή μέσω της ισχύος. Οι Σουηδικές Ένοπλες Δυνάμεις ήταν προσανατολισμένες στην άμυνα επί του εδάφους, με εκτεταμένα δίκτυα οχυρώσεων, υπόγειες βάσεις και σχέδια διάσπαρτης αντίστασης σε περίπτωση εισβολής. Το σουηδικό ναυτικό ενίσχυσε τις δυνατότητές του σε παράκτια άμυνα και ανθυποβρυχιακές επιχειρήσεις, ανταποκρινόμενο στις αυξανόμενες δραστηριότητες του σοβιετικού στόλου στη Βαλτική χωρίς όμως να επεκτείνει την επιχειρησιακή του δράση πέραν των ακτών και κυρίως χωρίς να επιχειρεί στην ανοιχτή θάλασσα επιμένοντας σε τακτικές Άρνησης Περιοχής ή Α2/AD[5].

Γεωγραφία
Η γεωγραφία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σουηδικής στρατηγικής. Η χώρα εκτείνεται κατά μήκος της Σκανδιναβικής Χερσονήσου, έχοντας εκτεταμένες ακτές στη Βαλτική Θάλασσα, απέναντι από κρίσιμες ρωσικές/σοβιετικές ναυτικές βάσεις στη Βαλτική, όπως του Καλίνινγκραντ και του Λένινγκραντ (σημερινή Αγία Πετρούπολη). Η εγγύτητα αυτή καθιστούσε τη Σουηδία πιθανό πεδίο σύγκρουσης σε περίπτωση γενικευμένου πολέμου στην Ευρώπη. Παράλληλα, η Σουηδία βρισκόταν (την εποχή του Ψυχρού Πολέμου) ανάμεσα σε δύο διαφορετικά στρατηγικά περιβάλλοντα: Στα δυτικά, η Νορβηγία και η Δανία —μέλη του ΝΑΤΟ από το 1949— αποτελούσαν τη γραμμή άμυνας της Βόρειας Ευρώπης. Στα ανατολικά, η Φινλανδία, δεσμευμένη από τη Συνθήκη Φιλίας με τη Σοβιετική Ένωση (1948), λειτουργούσε ως ζώνη αποτροπής μεταξύ των δύο μπλοκ. Η Σουηδία, τοποθετημένη μεταξύ αυτών των δύο «γεωπολιτικών μαξιλαριών», επέλεξε να διατηρήσει μια ευέλικτη στάση ισορροπίας, αποφεύγοντας τη ρήξη με καμία πλευρά αλλά ενισχύοντας παράλληλα την αμυντική της αυτάρκεια χωρίς όμως να αποφύγει να κατηγορηθεί για κυνισμό και πολιτική υποκρισία από τα δύο αντιμαχόμενα μέρη. Παρόλα αυτά, αν και επισήμως ουδέτερη, η Σουηδία διατηρούσε μυστική συνεργασία με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα στον τομέα των πληροφοριών και της αεροπορικής άμυνας.
Μετά το 1952, όταν ένα σουηδικό αναγνωριστικό αεροσκάφος καταρρίφθηκε από σοβιετικά μαχητικά στη Βαλτική, η κυβέρνηση ενίσχυσε τις επαφές με δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών, παρέχοντας δεδομένα ραντάρ και ανταλλάσσοντας τεχνογνωσία. Η συνεργασία αυτή, αν και ανεπίσημη, είχε ενταχθεί στο πλαίσιο της λεγόμενης «κρυφής δυτικής ευθυγράμμισης». Ενώ η ουδετερότητα παρέμενε θεμελιώδης στη δημόσια ρητορική, η στρατηγική πραγματικότητα ήταν πιο περίπλοκη: η Σουηδία προετοιμαζόταν για πιθανή συνεργασία με τις δυτικές δυνάμεις σε περίπτωση σοβιετικής επίθεσης συμμετέχοντας και σε μυστικές επιχειρήσεις εναντίον της ΕΣΣΔ.

Η εποχή των αλλαγών
Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991 σήμανε μια ριζική αναθεώρηση των στρατηγικών προτεραιοτήτων της χώρας. Η απειλή ενός γενικευμένου πολέμου στην Ευρώπη υποχώρησε, οδηγώντας σε δραστική μείωση των αμυντικών δαπανών και σε αναδιάρθρωση των ενόπλων δυνάμεων με δραστική μείωση της οροφής τους. Το δόγμα της καθολικής άμυνας άρχισε να εγκαταλείπεται υπέρ μιας ευέλικτης, επαγγελματικής δύναμης, ικανής να συμμετέχει σε διεθνείς αποστολές υπό την αιγίδα του ΟΗΕ ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απόφαση της Σουηδίας να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ το 2023 σηματοδότησε μια ιστορική τομή για μια χώρα που επί δύο αιώνες ακολουθούσε πολιτική ουδετερότητας.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 αποτέλεσε τον καθοριστικό καταλύτη αυτής της μεταστροφής, καθώς ανέτρεψε το ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας και κατέδειξε ότι η γεωγραφική εγγύτητα στη Ρωσία συνεπάγεται πλέον άμεσους γεωπολιτικούς κινδύνους. Για τη Σουηδία, με την εκτεταμένη ακτογραμμή της στη Βαλτική και την εγγύτητα προς το ρωσικό Καλίνινγκραντ, η απειλή έπαψε να είναι θεωρητική και μετατράπηκε σε ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Παράλληλα, η κοινή γνώμη και τα πολιτικά κόμματα στη Στοκχόλμη αναθεώρησαν τη διαχρονική πίστη στην ουδετερότητα, αναγνωρίζοντας ότι η απομόνωση δεν προσφέρει πλέον ασφάλεια σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων.
Realpolitik
Η εγκατάλειψη της παραδοσιακής πολιτικής ουδετερότητας από τη Σουηδία δεν μπορεί να ερμηνευθεί επαρκώς μόνο ως μια απλή αντίδραση σε συγκυριακές απειλές ή ως αποτέλεσμα εξωτερικών πιέσεων. Αντιθέτως, συνιστά μια βαθύτερη ιδεολογική και θεωρητική μετατόπιση προς τη ρεαλιστική σχολή σκέψης στις διεθνείς σχέσεις και τη γεωπολιτική ανάλυση. Η μεταστροφή αυτή αντανακλά την αποδοχή βασικών ρεαλιστικών αρχών, οι οποίες έρχονται σε σαφή αντίθεση με τον ιδεαλισμό και τον ηθικο-κανονιστικό πλαίσιο που χαρακτήριζε επί δεκαετίες τη σουηδική εξωτερική πολιτική.
Στον πυρήνα της ρεαλιστικής σχολής βρίσκεται η παραδοχή ότι το διεθνές σύστημα είναι εγγενώς αναρχικό, δηλαδή στερείται μιας υπέρτατης αρχής ικανής να επιβάλει κανόνες και να εγγυηθεί την ασφάλεια όλων των κρατών. Σε ένα τέτοιο σύστημα, τα κράτη δρουν πρωτίστως με γνώμονα την επιβίωση και την ασφάλειά τους, αξιολογώντας τις διεθνείς εξελίξεις με όρους ισχύος, αποτροπής και συσχετισμών δύναμης. Η σουηδική πολιτική ουδετερότητας βασιζόταν στην υπόθεση ότι η αποχή από συμμαχίες και η προσήλωση στο διεθνές δίκαιο θα λειτουργούσαν ως επαρκείς μηχανισμοί ασφάλειας. Η εμπειρία όμως της μεταψυχροπολεμικής περιόδου και, κυρίως, η ρωσική επιθετικότητα στην Ουκρανία κατέδειξαν τα όρια αυτής της αντίληψης.

Η ρεαλιστική στροφή της Σουηδίας συνδέεται άμεσα με την επαναξιολόγηση της έννοιας της ισχύος. Στη ρεαλιστική θεωρία, η ισχύς δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά περιλαμβάνει τη δυνατότητα ένταξης σε συμμαχίες που λειτουργούν πολλαπλασιαστικά ως προς την αποτροπή. Η ένταξη στο ΝΑΤΟ προσφέρει στη Σουηδία όχι μόνο στρατιωτικές εγγυήσεις μέσω του Άρθρου 5, αλλά και θεσμική ενσωμάτωση σε ένα σύστημα συλλογικής άμυνας που αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας εναντίον της.
Από ρεαλιστική σκοπιά, η επιλογή αυτή συνιστά μια ορθολογική προσαρμογή σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας και αναθεωρητικών δυνάμεων. Παράλληλα, η στροφή αυτή αντανακλά την αποδοχή μιας ακόμη θεμελιώδους αρχής του ρεαλισμού: ότι οι προθέσεις των κρατών δεν μπορούν να θεωρηθούν δεδομένες ή μόνιμα ειρηνικές. Η σουηδική ουδετερότητα στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην πεποίθηση ότι η γεωγραφική θέση, η διπλωματική παράδοση και η μη απειλητική στάση της χώρας θα λειτουργούσαν αποτρεπτικά έναντι επιθετικών ενεργειών. Ωστόσο, η ρεαλιστική ανάλυση υπογραμμίζει ότι οι διεθνείς σχέσεις καθορίζονται λιγότερο από προθέσεις και περισσότερο από δυνατότητες. Η ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Ρωσίας και η προθυμία της να χρησιμοποιήσει βία για την επίτευξη πολιτικών στόχων υπονόμευσαν δραστικά τις παραδοχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η σουηδική ουδετερότητα.
Επιπλέον, η ρεαλιστική σχολή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη γεωγραφία και στη σημασία του χώρου. Η γεωπολιτική θέση της Σουηδίας στη Βόρεια Ευρώπη, κοντά στη Βαλτική Θάλασσα και σε άμεση γειτνίαση με περιοχές αυξημένου στρατηγικού ενδιαφέροντος, καθιστά τη χώρα αναπόσπαστο μέρος των περιφερειακών ισορροπιών ισχύος. Η ένταξη στο ΝΑΤΟ ενισχύει τη στρατηγική συνοχή της Βαλτικής και περιορίζει τα περιθώρια ρωσικής επιρροής στην περιοχή, γεγονός που εντάσσεται πλήρως στη ρεαλιστική λογική της ισορροπίας δυνάμεων.
«RYSSLAND ÄR HÄR»στη Βαλτική Θάλασσα
(μεταφράζεται ως « Η Ρωσία είναι εδώ» και αποδίδεται στον Μεγάλο Πέτρο)
Η Βαλτική Θάλασσα κατέχει κεντρική θέση στη ρωσική ναυτική στρατηγική ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, όταν ο Μέγας Πέτρος ίδρυσε την Αγία Πετρούπολη και συγκρότησε τον πρώτο μόνιμο ρωσικό στόλο. Η νίκη της Ρωσίας στον Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο (1700–1721) και η Συνθήκη του Νίστατ κατέστησαν τη Βαλτική βασική πύλη πρόσβασης της αυτοκρατορίας προς την Ευρώπη, θεμελιώνοντας τη στρατηγική σημασία της περιοχής για τη ρωσική ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική. Κατά τον 19ο αιώνα, η ρωσική παρουσία στη Βαλτική διατήρησε κυρίως αμυντικό χαρακτήρα, με στόχο την προστασία της πρωτεύουσας και των ναυτικών βάσεων από δυτικές ναυτικές δυνάμεις.
Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853–1856) όμως ανέδειξε τις αδυναμίες του ρωσικού ναυτικού, οδηγώντας σε σταδιακές μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό των ναυτικών δομών. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ρωσικός στόλος της Βαλτικής διαδραμάτισε περιορισμένο αλλά σημαντικό ρόλο, κυρίως μέσω αμυντικών επιχειρήσεων και ναρκοθετήσεων εναντίον του γερμανικού ναυτικού. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, η σοβιετική ναυτική στρατηγική επαναπροσδιορίστηκε με υποβάθμιση της ναυτικής παρουσίας στην περιοχή και κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Βαλτική αποτέλεσε θέατρο έντονων συγκρούσεων, ιδιαίτερα κατά την πολιορκία του Λένινγκραντ.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η ρωσική ναυτική στρατηγική απέναντι πέρασε σε νέα φάση, χωρίς όμως να απωλέσει τη βασική της γεωπολιτική λογική παρά τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Η έμφαση μετατοπίστηκε στα υποβρύχια, στις πυραυλικές παράκτιες συστοιχίες και στις ηλεκτρονικές επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να αποτρέψουν ή να καθυστερήσουν τη δράση του ΝΑΤΟ στη Βαλτική λαμβάνοντας καθαρά αμυντική διάσταση. Η Μόσχα συνέχισε να θεωρεί τη χώρα αυτή κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα περιορισμού της ρωσικής πρόσβασης στη Βαλτική Θάλασσα και, κατά συνέπεια, επένδυσε σε μέσα παρακολούθησης και αποτροπής, επιδιώκοντας να ελέγχει το θαλάσσιο χώρο πέριξ της νήσου Γκότλαντ και τις διαδρομές που οδηγούν προς την Αγία Πετρούπολη και το Καλίνινγκραντ. Η νήσος Γκότλαντ, ανήκουσα στη Σουηδία[6], κατέχει εξαιρετικά στρατηγική σημασία στη Βαλτική Θάλασσα, καθώς βρίσκεται στο κέντρο αυτής της θαλάσσιας λεκάνης, σε μικρή απόσταση από τον ρωσικό θύλακα του Καλίνινγκραντ, αποτελώντας κρίσιμο κόμβο για τον έλεγχο των θαλάσσιων και εναέριων οδών επικοινωνίας μεταξύ Σκανδιναβίας και Βαλτικών χωρών. Η γεωγραφική της θέση επιτρέπει σε όποιον την ελέγχει να προβάλλει στρατιωτική ισχύ, να επιτηρεί τη θαλάσσια κυκλοφορία και να επηρεάζει την ισορροπία ισχύος στη Βαλτική.
Από την πλευρά της, η Ρωσία στηρίζεται κυρίως στο Στόλο της Βαλτικής, με κεντρικές βάσεις στο Μπαλτίισκ (Καλίνινγκραντ) και το Κρονστάντ (Αγία Πετρούπολη), διαθέτοντας περίπου 60 πολεμικά σκάφη – κορβέτες κλάσης Steregushchiy και Buyan-M, περιπολικά σκάφη, αποβατικά μέσα κλάσης Ropucha, καθώς και συμβατικά υποβρύχια τύπου Kilo εξοπλισμένα με πυραύλους Kalibr. Η αεράμυνα και η αντιπλοϊκή ισχύς της Ρωσίας στην περιοχή ενισχύεται από ένα πυκνό πλέγμα συστημάτων μεγάλου, μεσαίου και μικρού βεληνεκούς. Στο Καλίνινγκραντ έχουν εγκατασταθεί συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας S-400 Triumf με εμβέλεια έως 400 χλμ, ικανά να πλήξουν αεροσκάφη και πυραύλους κρουζ σε μεγάλο ύψος, καθώς και τα νεότερα S-300PM2 για μεσαίες αποστάσεις. Αυτά υποστηρίζονται από συστήματα μικρής εμβέλειας όπως τα Tor-M2 και Pantsir-S1, που προσφέρουν πολυεπίπεδη προστασία εναντίον πυραύλων και UAV.
Στον τομέα της παράκτιας άμυνας, η Ρωσία έχει αναπτύξει συστοιχίες Bastion-P εξοπλισμένες με υπερηχητικούς αντιπλοϊκούς πυραύλους P-800 Oniks (εμβέλειας έως 300 χλμ) και Bal με πυραύλους Kh-35 Uran (εμβέλειας 130-260 χλμ), καλύπτοντας σχεδόν ολόκληρη τη νότια και κεντρική Βαλτική. Επίσης, διαθέτει ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης Nebo-M και Podlet-K1, καθώς και ηλεκτρονικά μέσα παρεμβολής Krasukha-4[7] που ενισχύουν την ικανότητα της Ρωσίας να δημιουργεί ζώνες A2/AD (Anti-Access/Area Denial), δηλαδή περιοχές απαγόρευσης πρόσβασης για τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ.

«Η ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΤΡΟΠΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ»,(Wilhelm Agrell, σύγχρονος Σουηδός στρατηγικός αναλυτής)
Σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο, η εμμονή σε παραδοσιακές ή παγιωμένες αντιλήψεις και οπτικές δεν είναι ιδιαίτερα σοφή κίνηση. Ειδικά αν αυτό αφορά την ασφάλεια, την υπόσταση και την κυριαρχία ενός κράτους. Η σουηδική ελίτ σχετικά νωρίς είχε κατανοήσει τις συμπληγάδες στις οποίες θα κατέληγε η χώρα αν δεν επέλεγε συγκεκριμένο στρατόπεδο. Παρά τη δημόσια ρητορική, η σουηδική στάση μπορεί να χαρακτηρισθεί και υποκριτική με σταθερό όμως (πριν την είσοδο στο ΝΑΤΟ) φιλοδυτικό ή καλύτερα αντιρωσικό προσανατολισμό, ο οποίος εδράζεται σε οικονομικά αλλά και σε ιστορικά αίτια.
Η «στροφή» προς το ΝΑΤΟ δεν είναι συνεπώς τόσο κάτι ριζικό όσο εσκεμμένα αφήνεται να εννοηθεί αλλά η επισημοποίηση μιας γεωπολιτικής σχέσης την οποία κανείς από τους εμπλεκόμενους δεν ήθελε να γίνει γνωστή στο παρελθόν. Σαφέστατα, οι ενέργειες της Ρωσίας επιτάχυναν, ως αντίδραση, τις εξελίξεις χωρίς όμως να τις καθορίσουν στη βασική τους αιτία. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο «σκληρός κρατικός πυρήνας» της Σουηδίας όπως το κεντρικό τραπεζικό σύστημα, οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας και κρίσιμοι τομείς των Ενόπλων Δυνάμεων συνεργάζονταν στενά με τις αντίστοιχες δυτικές μετά τον ΄Β ΠΠ αποδεικνύει ότι η είσοδος στο ΝΑΤΟ απλά κατήργησε με άμεσο τρόπο την οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το βασικό γεωπολιτικό προσανατολισμό της χώρας.
Βιβλιογραφία
Agrell, Wilhelm. Swedish Security Policy and the Cold War. Stockholm: Swedish Institute of International Affairs, 1991.
Åselius, Gunnar. Swedish Strategic Culture and Security Policy during the Cold War. Stockholm: Swedish Defence University Press, 2005.
Åselius, Gunnar. Swedish Strategic Adaptation in the Post-Cold War Era. Stockholm: Swedish Defence University Press, 2022.
Bjereld, Ulf, and Ann-Marie Ekengren. Foreign Policy and Neutrality in Sweden. Lund: Studentlitteratur, 2015.
Eriksson, Johan. Sweden and the Nuclear Option. Uppsala: Uppsala University Press, 2019.
Eriksson, Johan. Sweden and NATO: Strategic Transformation of the Armed Forces. Uppsala: Uppsala University Press, 2022.
Lundqvist, Stefan. The Swedish Total Defence Concept: Past, Present, and Future. Stockholm: FOI Report, 2019.
Lundqvist, Stefan. Total Defence and NATO Integration: Sweden’s New Security Paradigm. Stockholm: FOI Report, 2021.
Palme, Olof. Neutrality and Solidarity: Speeches on Peace and Policy. Stockholm: Norstedts, 1970.
Ringsmose, Jens, and Anders Stölen. Nordic Security and Defence Cooperation. Copenhagen: Nordic Council of Ministers, 2017.
Westberg, Jacob. Neutrality and Statecraft: Sweden’s Security Policy in Historical Perspective. Uppsala: Uppsala University Press, 2020.
Westberg, Jacob. Sweden, Security, and NATO: From Neutrality to Alliance. Uppsala: Uppsala University Press, 2022.
[1] Ένα σημαντικό ποσοστό Σουηδών πολιτών εντάχθηκε εθελοντικά στις τάξεις των Waffen-SS, του στρατιωτικού σκέλους των Schutzstaffel (SS) της ναζιστικής Γερμανίας. Οι Σουηδοί εθελοντές υπηρετούσαν κυρίως σε γνωστές μονάδες όπως η 5η SS-Panzer-Division „Wiking“ και η 11η SS-Freiwilligen-Panzergrenadier-Division, Nordland, δύο από τις πιο συνεπώς μαχόμενες μεραρχίες του Waffen-SS. Υπηρέτησαν κυρίως στο Ανατολικό Μέτωπο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, συμμετέχοντας σε συγκρούσεις στην Ουκρανία, τον Καύκασο, τις Βαλτικές περιοχές και αργότερα στην άμυνα της Γερμανίας μέχρι την τελική μάχη του Βερολίνου το 1945. Διακρίνονταν για τη σκληρότητα τους και την πειθαρχία τους. Εξαιρετικά αναλυτικό είναι το βιβλίο του του Lars T. Larsson «Hitler’s Swedes: A History of the Swedish Volunteers in the Waffen-SS» καθώς και το https://www.cambridge.org/core/books/abs/war-genocide-and-cultural-memory/germanic-and-western-european-volunteers-in-the-waffenss για περισσότερες πληροφορίες.
[2] https://www.globsec.org/what-we-do/commentaries/swedens-strategy-total-defense-what-germany-should-learn-it.
[3] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα σχέδια δράσης του Κόκκινου Στρατού εναντίον των χωρών της σκανδιναβικής χερσονήσου και της Σουηδίας βλέπε το εξαιρετικό άρθρο στο https://phpisn.ethz.ch/lory1.ethz.ch/collections/coll_sovthreat/.
[4] https://defence24.com/geopolitics/ready-for-war-swedens-total-defence.
[5] Πρόκειται για ολοκληρωμένο δόγμα διακλαδικών επιχειρήσεων με κύρια χαρακτηριστικά τη πληθώρα των αισθητήρων, την επάρκεια των μέσων και τον κορεσμό της εχθρικής άμυνας με συντριπτική χρήση Κ/Β κάθε είδους. Αναπτύχθηκε και τελειοποιήθηκε με την πάροδο των χρόνων από την ΕΣΣΔ. Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε το βιβλίο «Το Πολεμικό Ναυτικό της ΕΣΣΔ μέσα από τα αρχεία της CIA» https://www.dhz-books.com/el-gr/to-polemiko-naitiko-tis-essd-mesa-apo-ta-arxeia-tis-amerikanikis-kentrikis-ipiresias-pliroforion-kai-i-sigxroni-rosiki-naitiki-stratigiki-16807-2, Μουρτζάκης Εμμανουήλ, ΥΙΝ 2019 καθώς και το https://www.govostis.gr/product/26575/1980-1991-i-periodos-akmis-toy-sobietikoy-naytikoy.html του ίδιου συγγραφέα.
[6]Daniella Candurra, “Sweden to Upgrade Air Defenses in Gotland,” Missile Threat, Center for Strategic and International Studies, July 2, 2019, last modified November 17, 2023, https://missilethreat.csis.org/sweden-to-upgrade-air-defenses-in-gotland/.
[7]To συγκεκριμένο σύστημα θεωρείται ιδιαιτέρως αποτελεσματικό εναντίον των δυτικών ενώ χρησιμοποιείται έντονα από το Ρωσικό Στρατό στην Ουκρανία κατά τις επιχειρήσεις, https://www.armyrecognition.com/focus-analysis-conflicts/army/defence-security-industry-technology/analysis-how-russia-s-krasukha-electronic-warfare-system-disrupts-uavs-and-radars-in-ukraine
ΠΗΓΗ: methormisakathektou.blog




