Μετά την ήττα του ηνωμένου Οθωμανικού Στόλου (οθωμανικές και αιγυπτιακές δυνάμεις) στη Ναυμαχία του Γέροντα στις 29 Αυγούστου 1824, οι εχθροί προσπάθησαν εκ νέου να επιτεθούν στη Σάμο, αλλά και πάλι για δέκα ημέρες το Ελληνικό Ναυτικό απέκρουσε τον Οθωμανικό Στόλο. Στην συνέχεια, οι οθωμανικές δυνάμεις έπλευσαν προς τα Δαρδανέλλια, ενώ ο Αιγυπτιακός Στόλος κατευθύνθηκε προς την Κω, όπου ο Ιμπραήμ προχώρησε σε ανασυγκρότηση των δυνάμεών του και ενίσχυση του στρατεύματος. Παράλληλα, επέβαλε ποινές σε ορισμένους κυβερνήτες, τους οποίους θεώρησε υπεύθυνους για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων τους. Στη συνέχεια, αφού αποκατέστησε την επιχειρησιακή συνοχή των δυνάμεών του, έθεσε εκ νέου πορεία προς την Κρήτη.
Ο Ιμπραήμ επεδίωκε να εγκαταστήσει προκεχωρημένη βάση στη Σούδα ούτως ώστε να αποκτήσει επιχειρησιακή ελευθερία κινήσεων για επέμβαση στην Πελοπόννησο και την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης. Απέναντί του, ο Ελληνικός Στόλος υπό τον Ανδρέα Μιαούλη, αριθμητικά υποδεέστερος αλλά τακτικά ευέλικτος και με ισχυρό όπλο τα πυρπολικά, είχε ως στόχο να διαταράξει την αιγυπτιακή συγκέντρωση δυνάμεων πριν αυτή αποκτήσει επιχειρησιακή συνοχή.
Κατά την πρώτη φάση της ναυμαχίας, το πρωί της 1ης Νοεμβρίου, ο Ελληνικός Στόλος υπό τον Ανδρέα Μιαούλη κινήθηκε άμεσα με πρόθεση να «πάρει τον αέρα», να εκμεταλλευθεί δηλαδή το πλεονέκτημα του ανέμου λαμβάνοντας υπήνεμη θέση έναντι του εχθρού. Αυτό το στοιχείο ήταν χρήσιμο για την χρήση των πυρπολικών. Ο Αιγυπτιακός Στόλος ήταν χωρισμένος σε τρία μέρη. Πρώτη έπλεε η προπομπός μοίρα, η οποία κατευθυνόταν προς τη Σούδα, ακολουθούσε η μοίρα των μεταγωγικών, που μετέφερε περίπου 5.000 στρατιώτες και τέλος η κύρια δύναμη κάλυψης, η οποία κινούταν στα νώτα για προστασία. Η διάταξη αυτή, αν και ορθολογική από πλευράς συνοδείας, δημιουργούσε τακτική ευπάθεια, καθώς διασπούσε την ισχύ πυρός σε επιμέρους σχηματισμούς.

Στη δεύτερη φάση, περί τις 11:30 και σε απόσταση περίπου 12 μιλίων βορείως του Ηρακλείου, ο Μιαούλης, έχοντας επιτύχει το πλεονέκτημα του ανέμου έναντι της προπομπού αιγυπτιακής μοίρας, εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση. Η επιλογή του στόχου δεν ήταν τυχαία: προσέβαλε το προπορευόμενη μοίρα για να προκαλέσει διαταραχή στη συνοχή του εχθρικού σχηματισμού και να εξαναγκάσει την κύρια δύναμη του Ιμπραήμ να αντιδράσει βεβιασμένα. Πράγματι, ο Ιμπραήμ επιχείρησε να ενισχύσει την πρώτη μοίρα, αλλά η ελληνική επίθεση είχε ήδη επιφέρει σύγχυση.
Στο πλαίσιο αυτό εκδηλώνονται οι πρώτες επιθέσεις των πυρπολικών. Τα πυρπολικά των Θεοδωράκη, Βώκου και Ρομπότση επιτέθηκαν κατά μεγάλης φρεγάτας προκαλώντας περιορισμένες ζημιές, ενώ ο Κανάρης επιτέθηκε σε άλλη φρεγάτα χωρίς επιτυχία. Παρά την περιορισμένη τακτική αποτελεσματικότητα των συγκεκριμένων προσβολών, η ψυχολογική τους επίδραση ήταν σημαντική, καθώς προκάλεσαν τον τρόμο στα βαριά αιγυπτιακά πλοία. Υπό την πίεση αυτή, οι αιγυπτιακές δυνάμεις συνοδείας και τα μεταγωγικά αρχίζουν να εκτελούν κινήσεις διαφυγής διαταράσσοντας περαιτέρω τη συνοχή του σχηματισμού.
Η τρίτη φάση, κατά τη διάρκεια της νύχτας, αποτελεί το αποφασιστικό σημείο της σύγκρουσης και αναδεικνύει την ανωτερότητα της ελληνικής ναυτικής τακτικής. Ο Ελληνικός Στόλος ξεκίνησε συντονισμένες νυχτερινές επιθέσεις, εκμεταλλευόμενος την εμπειρία του σε επιχειρήσεις περιορισμένης ορατότητας καθώς και στη χρήση των πυρπολικών. Ο Αιγυπτιακός Στόλος, αποτελούμενος από βαριά και δυσκίνητα πλοία, δεν ήταν πλέον σε θέση να διατηρήσει τον σχηματισμό του και οδηγήθηκε σε πλήρη σύγχυση. Η απειλή των πυρπολικών ώθησε τον Ιμπραήμ σε μια κρίσιμη απόφαση. Επέτρεψε στα πλοία του να απομακρυνθούν μεμονωμένα για να διασωθούν, εγκαταλείποντας ουσιαστικά κάθε συγκροτημένη άμυνα. Το αποτέλεσμα ήταν η πλήρης διάσπαση του στόλου και η μετατροπή της μάχης σε καταδίωξη.
Το πρωί της 2ας Νοεμβρίου ο Αιγυπτιακός Στόλος βρίσκεται σε κατάστασης ολοκληρωτικής διάλυσης. Μία μοίρα κατευθύνεται προς Κάρπαθο και Ρόδο, άλλη προς τον κόλπο Μιραμπέλου στην Κρήτη και μία τρίτη προς την Αλεξάνδρεια. Η ελληνική αντίδραση είναι άμεση και επιθετική· ο Ελληνικός Στόλος διασπάται επίσης για να καταδιώξει τα διασκορπισμένα εχθρικά στοιχεία. Η μοίρα του Σαχτούρη επιτυγχάνει ουσιαστικό πλήγμα αιχμαλωτίζοντας μεταγωγικά, δηλαδή το σημαντικότερο μέρος του στόλου του Ιμπραήμ. Η μοίρα του Τσαμαδού καταστρέφει αυστριακό πλοίο που μετέφερε πολεμικό υλικό προς τον αιγυπτιακό στρατό, πλήττοντας την εφοδιαστική υποστήριξη της εκστρατείας. Ο ίδιος ο Μιαούλης συνεχίζει την καταδίωξη, διατηρώντας την πίεση στον διαλυμένο αντίπαλο.

Επίλογος – Συμπεράσματα
Ο Ανδρεάς Μιαούλης και σε αυτή την ναυμαχία μέτρησε τα δυνατά και αδύνατα σημεία της διάταξης του αντιπάλου και έδρασε ανάλογα. Εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο τα κενά που υπήρχαν ανάμεσα στις αιγυπτιακές μοίρες και χρησιμοποίησε τα πυρπολικά, που στα χέρια του Έλληνα ναυάρχου λειτούργησαν ως το απόλυτο ασύμμετρο όπλο. Ουσιαστικά η χρήση του πυρπολικού ήταν ψυχολογικές επιχειρήσεις πεδίου μάχης προκαλώντας πανικό στα αιγυπτιακά πληρώματα. Πολύ γρήγορα η ναυμαχία εξελίχθηκε σε μια χαοτική σύγκρουση με την συνοχή του Αιγυπτιακού Στόλου να διαλύεται. Ο εχθρός δεν κατάφερε να προστατεύσει τα μεταγωγικά που μετέφεραν τις χερσαίες δυνάμεις, που ήταν απαραίτητες για τη συνέχιση της εκστρατείας.

Ακόμα και ο ίδιος ο Ιμπραήμ τρομοκρατήθηκε – διαλύθηκε και περιέπεσε σε σύγχυση. Αποτέλεσμα ήταν ο Ελληνικός Στόλος να αρχίσει να καταδιώκει τα αιγυπτιακά πλοία, ενώ αυτά μέσα σε σύγχυση κανονιοβολούσε το ένα το άλλο. Στη συνέχεια, καθαίρεσε έντεκα πλοιάρχους του και άρχισε την ανασύνταξη του στρατού και του στόλου, γιατί παρ’ όλο που είχε χάσει 2 μονόκροτα, 2 κορβέτες, 2 πάρωνες και 50 οπλιταγωγά με μεγάλο αριθμό μαχητών, δεν παραιτούταν από την προσπάθειά του να καταλάβει την Πελοπόννησο.
Παρά τις διαδοχικές επιτυχίες του Ελληνικού Στόλου και το γεγονός ότι είχε πλέον καταστεί σαφές πως χωρίς ισχυρή ναυτική δύναμη η Επανάσταση δεν μπορούσε να επιβιώσει, η ελληνική Κυβέρνηση, απορροφημένη κυρίως από τις εμφύλιες συγκρούσεις, διέκοψε τη χρηματοδότηση που ζητούσαν οι πρόκριτοι της Ύδρας και των Σπετσών για τη συντήρηση του στόλου. Η συνέπεια ήταν ότι τα πλοία βρέθηκαν σε οριακή κατάσταση, με σοβαρές ελλείψεις σε υλικά και εφόδια λόγω της συνεχούς πολεμικής δράσης, ενώ τα πληρώματα παρέμεναν απλήρωτα. Υπό αυτές τις συνθήκες, και παρά τη βούληση του Μιαούλη να συνεχίσει την καταδίωξη του εχθρικού στόλου, ο Ελληνικός Στόλος αναγκάστηκε να επιστρέψει στις βάσεις του. Έτσι, στα τέλη Νοεμβρίου, ο Ιμπραήμ κατόρθωσε να αγκυροβολήσει ανενόχλητος στη Σούδα, χωρίς να αντιμετωπίσει καμία αντίσταση. Τον επόμενο χρόνο επρόκειτο να εξαπολύσει εκτεταμένες και καταστροφικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο.
Για τη ναυτική ευφυΐα του Ανδρέα Μιαούλη είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Παναγιώτη Ι. Καρατζά1 σε επιστολή του προς τον Έλληνα ναύαρχο:
«Μόνος ο Μιαούλης είναι ο μη θαυμάζων τον Μιαούλην».

Βιβλιογραφία
Γέροντας Π., Μεθ’ Ορμής Ακαθέκτου. Επίτομη Ιστορία του Πολεμικού Ναυτικού 1821 – 1945, εκδ. Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, Αθήνα, 2019 (β΄ εκδ.).
Κώνστας, Π.Ε., Ναυτική εποποιία του 1821, εκδ. Αρχηγείο Πολεμικού Ναυτικού, Αθήνα, 1971.
Μεταλληνός Κ., Ο Ναυτικός Πόλεμος κατά την Ελληνική Επανάσταση 1821-1829, Τόμος Β΄, Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, Αθήνα, 2020.
Παπαρρηγόπουλος, Κ., Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΣΤ΄, Εκδόσεις Ερμείας, Αθήνα, 2005.
Σαχίνης, Α.Ν., Σύντομος Βιογραφία του Ναυάρχου Ανδρέου Δ. Μιαούλη, Τυπογραφείον και Βιβλιοπωλείον ΣΩΤΗΡΙΟΥ Ε. ΒΙΓΓΑ, Ναύπλιον 1882.
Σταμέλος, Δ., Ανδρέας Μιαούλης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2003.
Τρικούπης, Σ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ΄, Τυπογραφείο της «Ώρας», Αθήνα, 1888.

1Δεν πρόκειται για τον αγωνιστή Παναγιώτη Καρατζά, τον οπλαρχηγό της Πάτρας. Πιθανώς σχετίζεται με τον Ιωάννη Καρατζά, ηγεμόνα της Βλαχίας που κάποια στιγμή έπεσε στη δυσμένεια του Σουλτάνου και αναγκάστηκε να μετοικήσει με την οικογένειά του στην Πίζα.
ΠΗΓΗ:https://methormisakathektou.blog/%ce%bd%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%b1/%ce%b7-%ce%bd%ce%b1%cf%85%ce%bc%ce%b1%cf%87%ce%af%ce%b1-%ce%b2%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%af%cf%89%cf%82-%ce%b7%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%bb%ce%b5%ce%af%ce%bf%cf%85-%ce%ba%cf%81%ce%ae%cf%84%ce%b7%cf%82-1-2/23/03/2026/



